Χθες το μεσημέρι γυρίζοντας από τη δουλειά έκανε μια ζέστη διαολεμένη. Φορούσα το φορεματάκι με το οποίο βγήκα από το μαιευτήριο. Κι όλο είχα την αίσθηση πως είμαι στο πίσω κάθισμα και δίπλα μου είναι ένας σκίουρος μικρός και νεογέννητος.
Βγήκαμε σχεδόν αναπάντεχα από το μαιευτήριο. Ο μικρούλης είχε ίκτερο, είχε μείνει ήδη μια μέρα να κάνει σολάριουμ με τα γυαλάκια του στη λάμπα και το πρωί μας έλεγαν πως με αυτές τις τιμές δεν μας αφήνουν. Εγώ μέσα στα νεύρα και τα κλάματα, το σπίτι ανέτοιμο, ο Βασίλης απλά με το καθισματάκι ξεχασμένο στο πορτ μπαγκάζ, 2 η ώρα το μεσημέρι ο ίκτερος είχε πέσει. Απίστευτο!!!
Ο άντρας μου έκανε σπριντ για να προλάβει το λογιστήριο του ευαγούς ιδρύματος ανοιχτό, εγώ άυπνη εντελώς έμεινα με όλα τα συμπεθέρια να ετοιμάσουμε το μικροσκοπικό πλασματάκι. Ήταν Φλεβάρης, του είχα πάρει χοντρό φορμάκι, φόρμα εξόδου, κουβέρτες μάλλινες.
Μόλις μπήκαμε στο αυτοκίνητο συνειδητοποίησα, α. πως ζεσταινόμουν αφόρητα, ο καιρός ήταν καλοκαιρινός, κι έτσι τον άφησα με ένα σεντονάκι β. πως δεν είχαμε πάρει την κουκούλα για το κάθισμα μαζί. Φορούσα το φορεματάκι που φορούσα και χθες και είχα σκάσει. Πέρασα όλη τη διαδρομή με μια πικέ κουβερτούλα πάνω στο καθισματάκι για σκίαστρο και με ένα φόβο απίστευτο. Τόσες μέρες δεν ήθελα τίποτα άλλο παρά να φύγουμε από το φρικτό ευαγές ίδρυμα και να πάμε το μικρούλι σπίτι του. Τώρα είχα χεστεί επάνω μου.
Ο σκίουρος κοιμήθηκε στη διαδρομή. Τον ανεβάσαμε με το καθισματάκι επάνω, τον βάλαμε στη μέση του μεγάλου κρεβατιού, ήταν κοντά 5 το απόγευμα. Και φάγαμε στα μουγκά ντελίβερι στο διπλανό δωμάτιο. Μην του μυρίσει το φαγητό, μην ξυπνήσει και δεν τον ακούσουμε.
Δεν έχω μνήμη από την πρώτη νύχτα, ούτε από τις επόμενες που ακολούθησαν, ξέρω πως ήταν άυπνες με θηλασμούς και κολικούς. Αλλά δεν έχω εικόνα. Η εικόνα πάντως των δυο μας να τρώμε σε μια άδεια παιδική κρεβατοκάμαρα ντελίβερι κι ένα μικρό μωρό να κοιμάται πάνω στο καθισματάκι του, στη μέση του διπλού κρεβατιού στην δική μας κρεβατοκάμαρα είναι βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μου και δε φεύγει.